επίκρουση

επίκρουση
[-ις (-εως)] η
1) удар; 2) воспламенение от удара (капсюля и т. п.); 3) мед. выстукивание, перкуссия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "επίκρουση" в других словарях:

  • επίκρουση — η (Α ἐπίκρουσις) [επικρούω] χτύπημα νεοελλ. 1. ιατρ. διαγνωστική μέθοδος κατά την οποία ο γιατρός εντοπίζει ενδεχόμενες εσωτερικές αλλοιώσεις χτυπώντας με τα δάχτυλα περιοχές τού σώματος και εξετάζοντας την ηχητικότητα, την ελαστικότητα και την… …   Dictionary of Greek

  • επίκρουση — η 1. η κρούση πάνω σε κάτι, χτύπημα. 2. η ανάφλεξη του καψουλιού η οποία γίνεται με κρούση. 3. (ιατρ.), διαγνωστική μέθοδος που εφαρμόζεται με την κρούση των δαχτύλων στο σώμα του αρρώστου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επικρουστικός — ή, ό [επίκρουση] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην επίκρουση …   Dictionary of Greek

  • Τράουμπε — ο, Ν φρ. «χώρος Τράουμπε» ανατ. ζώνη τού αριστερού πρόσθιου θωρακικού τοιχώματος που αντιστοιχεί στον πλευροδιαφραγματικό χώρο τού υπεζωκότα και δίνει στην επίκρουση τυμπανικό ήχο οφειλόμενο στη γαστρική φυσαλίδα …   Dictionary of Greek

  • διάγνωση — Η διαδικασία που ακολουθείται για την αναγνώριση της νόσου από την οποία πάσχει κάποιος. Σε κάθε περίπτωση, οι γνώσεις, η πείρα και η οξύνοια του γιατρού συμβάλλουν αποφασιστικά στην ανάλυση και εκτίμηση των δεδομένων, καθώς και της σχέσης που… …   Dictionary of Greek

  • επικρούω — (AM ἐπικρούω) χτυπώ κάτι από πάνω («ἐπικρούεις τὸν ἦλον» χτυπάς το καρφί) νεοελλ. εξετάζω ασθενή με επίκρουση αρχ. 1. χτυπώ δυνατά («χθόνα βάκτροις ἐπικρούσαντες») 2. εμπαίζω, χλευάζω 3. επικροτώ …   Dictionary of Greek

  • κομπασία — κομπασία, ἡ (Α) επίκρουση, χτύπημα πήλινου δοχείου κρασιού με το χέρι για έλεγχο τής στερεότητάς του. [ΕΤΥΜΟΛ. < κομπάζω, με σημ. «κροτώ, αντηχώ», + κατάλ. σία (πρβλ. δοκιμάζω: δοκιμασία)] …   Dictionary of Greek

  • ναρθηκισμός — ο (Α ναρθηκισμός) [ναρθηκίζω] ναρθήκισμα αρχ. ιατρική επίκρουση ενός σημείου τού σώματος με διαγνωστικό σκοπό …   Dictionary of Greek

  • πληξίμετρο — το, Ν ιατρ. όργανο, ξύλινη πλάκα που χρησιμοποιείται για την απευθείας επίκρουση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pleximeter< πλήξις (< πλήσσω) + μέτρο] …   Dictionary of Greek

  • προκωδωνίζω — Α (σχετικά με πήλινο αγγείο) δοκιμάζω τον ήχο με επίκρουση. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + κωδωνίζω (< κώδων)] …   Dictionary of Greek

  • σημειολογία — (Ιατρ.). Ο τομέας της ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη των σημείων (συμπτωμάτων), που επιτρέπουν τη διάγνωση των νόσων και των μεθόδων για την αποκάλυψη τους. Εκτός από τα σημεία των νόσων, μελετά και τα σημεία των φυσιολογικών λειτουργιών,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»